The consoling melancholy of the C(c)ity



Η παρηγορητική μελαγχολία της Π(π)όλης

«...κάθε λέξη σχετικά με τον χαρακτήρα, την ψυχή ή την υπόσταση μιας πόλης, με ένα έμμεσο τρόπο, γυρίζει σε συζήτηση για τη δική μας ψυχική κατάσταση. Η πόλη πέραν από εμάς τους ίδιους δεν έχει άλλο κέντρο» Ορχάν Παμούκ

Ήθελα πάντα να επισκεφθώ την Πόλη. Kι η επιθυμία αυτή έγινε ακόμη πιο έντονη μετά τη συνάντησή μου με τις φωτογραφίες του Αρά Γκιουλέρ και τις εκμυστηρεύσεις του Ορχάν Παμούκ για τη μελαγχολική ατμόσφαιρα της Πόλης.

Πολλές φορές είχα προγραμματίσει το ταξίδι, όμως, κάθε φορά, κάτι συνέβαινε και αναβαλλόταν. Ώσπου, το περασμένο καλοκαίρι, μετά από μια αναπάντεχη κακοκαιρία στην προσωπική μου ζωή, κάτι μέσα μου με οδήγησε παρορμητικά προς τα νερά του Βοσπόρου. Επέλεξα να ταξιδέψω οδικώς, καθώς πίστευα ότι η συνεχής (μετα)κίνηση, η εναλλαγή των τοπίων και η σιωπή θα συντρόφευαν με τον καλύτερο τρόπο το νωπό ακόμη πένθος μου.

Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού φωτογράφιζα, απλά και μόνον γιατί ήταν το μόνο που με παρηγορούσε.

Μήνες μετά την επιστροφή μου στην Αθήνα, όταν έριξα ξανά το βλέμμα μου στις φωτογραφίες του ταξιδιού, είδα πως η Πόλη μου είχε δώσει την ευκαιρία να «ακουμπήσω» στα τοπία της, στα πρόσωπα των άγνωστων ανθρώπων, στους δρόμους και στα καλντερίμια της, στους νυχτερινούς φωτισμούς, στην ιδιόμορφη αρχιτεκτονική των παλαιών και σύγχρονων κτισμάτων το κάθε βήμα της μαιανδρικής και μπερδεμένης διαδρομής που είχε γράψει μέσα μου ο πόνος.

Η μελαγχολία της Πόλης στάθηκε παρηγορητική στη φάση που βρισκόμουν, καθώς ταίριαξε με την ατμόσφαιρα που ένιωθα μέσα μου.Οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις της, έτσι καθώς έψαχναν να βρουν την χαμένη τους ισορροπία, αγκάλιασαν λες και τα δικά μου ακραία, λόγω πένθους, συναισθηματικά καιρικά φαινόμενα, λειαίνοντας κάπως την τραχειά τους επιφάνεια. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβω, η οικειοποίηση που μου επέτρεψε το «πνεύμα» της Πόλης ενστάλαξε, δειλά-δειλά, μέσα μου, τη διάθεση για ζωή, εξορίζοντας, με ήρεμο και αθόρυβο τρόπο, το συναισθηματικό τοπίο που πριν όριζε η απώλεια.

Έτσι κάπως η Κωνσταντινούπολη έγινε η δική μου πόλη. Η ιστορία της συναντήθηκε με τη δική μου προσωπική ιστορία, βάζοντάς με να σκεφθώ πως, ίσως, η μεγαλύτερη ευεργεσία που μπορεί να προσφέρει η τέχνη να είναι αυτή η δυνατότητα που μας δίνει να αφηγηθούμε τη δική μας προσωπική ιστορία και να συμφιλιωθούμε με άγνωστα ή «απορριμμένα» κομμάτια του εαυτού μας, ακόμη κι όταν, επιφανειακά τουλάχιστον, καταπιανόμαστε με τις ιστορίες της ζωής των άλλων ή αποτυπώνουμε στα φωτογραφικά μας καρέ τα πράγματα του έξω κόσμου.

Ίσως, αν είχα επισκεφθεί την Πόλη σε μια διαφορετική προσωπική φάση, να αποτύπωνα άλλα πράγματα στα καρέ μου. Ίσως, πάλι, να έριχνα το βλέμμα μου και στα ίδια, από μιαν άλλη όμως οπτική γωνία, αφού στις φωτογραφίες αποτυπώνει κανείς τον κόσμο που έχει μέσα του κι αφού «η πόλη, η κάθε πόλη, πέραν από μας δεν έχει άλλο κέντρο».



Eng
“...every word associated with the character, the soul or the substance of a city, returns, in an indirect way, to a discussion of our own psychological state. The city has no center, except us/ourselves” Orhan Pamuk

I always wanted to visit Constantinople. This desire became even more intense after I became acquainted with the photographs of Ara Giouler, and the confessions of Orhan Pamuk about the melancholic atmosphere of Constantinople.

I had planned this journey many times, and yet, everytime, something happened and the journey was put off. Until, last summer, after an unexpectedly bad spell in my private life, something impulsive inside me led me to the waters of the Bosporus. I chose to travel by land, because I was sure that the continuous movement, the alternation of landscapes and silence would keep good company to my mournful state, still fresh inside me.

I took photographs during the entire journey, simply because this was my only consolation.

Months after my return to Athens, when I glanced at the photographs from that journey, I saw that Constantinople had given me the opportunity to ‘touch’ its landscapes in the faces of unknown people, in the streets and narrow alleys of the city, in the nightlights, in the idiosyncratic architecture of its ageold and contemporary buildings, in every step of the meandering and convoluted route that my pain had drawn inside me.

The melancholy of Constantinople was consoling for my state of mind, in tune with the atmosphere inside me. As the contrasts and inconsistencies of the city were struggling to find their lost balance, they seemed to embrace my own extreme emotional, mournful weather phenomena, smoothing their rough texture. So, the familiarization that was allowed me by the “spirit” of Constantinople, shyly, almost unbeknownst to me, instilled in my heart the desire to live, exiling, in a quiet, soundless way, the emotional landscape that had been ruled by loss.

This is how Constantinople became my own city. Its history became my own personal history, making me think, that the greatest benefaction conferred to us by art is perhaps this ability to narrate our own personal history and to get reconciled with unknown or “rejected” fragments of ourselves, even when we get involved, albeit superficially, with the stories of other people’s lives, or when we record in our photographs things of the outside world.

If I had visited Constantinople at a different time in my life I might have perhaps recorded other scenes. I might have perhaps rested my eyes on the same scenes, but from a different viewpoint, since in photographs one records ones inner world, because “the city, any city, has no other center, except us”.



  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
  • people
Back