Back

Andy Warhol


«Andy Warhol –Προσωπογραφία του Μάο»


Διατρέχοντας τη βιογραφία, το ψυχολογικό προφίλ, τον τρόπο ζωής, τις ρήσεις, τις απόψεις και τις θέσεις του Γουόρχολ («Φιλοσοφία») διαπιστώνει κανείς εύκολα ότι υπάρχουν έντονες συνδέσεις ανάμεσα στην πραγματική και στην καλλιτεχνική του ζωή.


Βιογραφία / Ψυχολογικό προφίλ


Γεννήθηκε στις 6 Αυγούστου του 1928 στο Πίτσμπουργκ από Σλοβάκους γονείς και τα παιδικά του χρόνια, παγιδευμένα σε ένα τυπικά καθολικό περιβάλλον, συνέπεσαν με τη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του ΄30, γεγονός που τον ανάγκασε να αποκωδικοποιήσει από μικρή ηλικία το πώς λειτουργούσε ο κόσμος προκειμένου να επιβιώσει.

Από τη μια λοιπόν η καταγωγή και το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε (μια εργατική οικογένεια μεταναστών, μια βιομηχανικά υποβαθμισμένη πόλη των ΗΠΑ, οι δυσκολίες του Κραχ) και από την άλλη η ιδιοσυγκρασία του (ένα παιδί ασθενικό, ευάλωτο, παραγκωνισμένο στο σχολικό περιβάλλον και (υπερ)προστατευμένο από την μητέρα του ήταν μάλλον φυσικό να συντελέσουν στη διαμόρφωση μιας ιδιάζουσας προσωπικότητας με έντονα ναρκισσιστικά στοιχεία (στα όρια της διαταραχής), με διαταραχή «παρασυσσώρευσης», νευρώσεις, κατάθλιψη, κυνισμό, ασεξουαλικότητα.

Μέσα από το ίδιο αυτό πρίσμα μπορεί κανείς να δει και την εμμονή του με το χρήμα, τη δημοφιλία και το θάνατο, την νεκροφιλία, την εκκεντρικότητα, την ομοφυλοφιλία, τις ακραίες αντιθέσεις στο χαρακτήρα και τη συμπεριφορά του (άλλοι τον περιγράφουν σαν μελαγχολικό, απόμακρο και αποστασιοποιημένο και άλλοι σαν ένα άτομο προσιτό, γλυκό, ευχάριστο και διασκεδαστικό). Την επίδραση όλων των παραπάνω παραγόντων (καταγωγή, ιδιοσυγκρασία) μπορούμε να διακρίνουμε και στην καλλιτεχνική του πορεία.

Η στροφή του προς την Ποπ Αρτ, ένα κίνημα που αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 σαν αντίδραση απέναντι στον Αφηρημένο Εξπρεσσιονισμό που απευθυνόταν στην ελίτ της κοινωνίας (με τον οποίο και ο ίδιος ξεκίνησε ως δόκιμος αλλά πολύ γρήγορα εγκατέλειψε) μπορεί να «ερμηνευθεί» σαν μια δική του προσωπική αντίδραση στο συντηρητισμό και τη στέρηση που βίωσε στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον της παιδικής του ηλικίας.

Με ανάλογο τρόπο μπορούμε να ερμηνεύσουμε και το γεγονός ότι ο ίδιος είχε μετατρέψει τον εαυτό του σε προϊόν «επινοώντας» την εικόνα του σαν «πλάσμα της φαντασίας» (έτσι αυτοχαρακτηριζόταν) και σαν ένα έξυπνο «κατασκεύασμα» που περιφερόταν από ντισκοτέκ σε κινηματογραφικές λέσχες, επιδείξεις μόδας και γκαλερί.

Η στροφή του στην Ποπ Αρτ μπορεί επίσης να αναγνωσθεί και σαν ένα αντιστάθμισμα (αντίδοτο) της καταθλιπτικής του ιδιοσυγκρασίας και της μονηρότητάς του καθώς τα κύρια χαρακτηριστικά της Ποπ Αρτ αισθητικής είναι ο αυθορμητισμός, η δημιουργική υπερβολή, η ανάλαφρη διάθεση, η σάτιρα, οι έντονες χρωματικές αντιθέσεις και εν γένει η απόρριψη του παραδοσιακού.

Η ίδια αυτή επιλογή (Ποπ Αρτ) μπορεί ακόμη να συνδεθεί και με την τάση για «συναισθηματική αποκοπή» που τον χαρακτήριζε τόσο στην προσωπική του ζωή (εξ ου και ο εθισμός του στις αμφεταμίνες) όσο και στη σχέση με το καλλιτεχνικό του έργο. Και ήταν μάλλον φυσικό να συμβαίνει αυτό καθώς στα άτομα με ναρκισσιστική διαταραχή η ικανότητα να συντονίζονται με τα συναισθήματα και τις ανάγκες εαυτού και άλλων είναι σχεδόν ανύπαρκτη αφού από παιδιά ακόμη παίρνουν το μήνυμα ότι «η ευαισθησία δεν είναι αποδεκτή». Ο ίδιος άλλωστε γράφει στη «Φιλοσοφία» του : «Δεν μου αρέσει να αγγίζω τα πράγματα γι αυτό και το έργο μου είναι τόσο απόμακρο από μένα».


Καλλιτεχνικό έργο


Μια κοινά αποδεκτή αντίληψη είναι ότι το έργο του Γουόρχολ δεν μπορεί να ειδωθεί ξέχωρα από την προσωπικότητά του. Από εκεί και πέρα ξεκινούν έντονες διαφοροποιήσεις σε ότι αφορά την αξιολόγησή του καλλιτεχνικού του έργου.

Στη μία πλευρά συναντά κανείς τους κριτικούς τέχνης που πιστεύουν ότι ο Γουόρχολ υπήρξε πρωτοπόρος. Ότι με το έργο του και με τη χρήση της μεθόδου της βιομηχανοποιημένης μεταξοτυπίας άλλαξε τα ως τότε δεδομένα στην ιστορία της τέχνης. Κατάργησε τα πρότυπα της υψηλής τέχνης, και προχώρησε στην ανάμειξη του υψηλού με το χαμηλό, του επίσημου και του ανεπίσημου, του παραδοσιακού και του μοντέρνου, του καινούριου και του παλιού. Άλλαξε την αντίληψη του κόσμου για την μοναδικότητα και την αυθεντικότητα του έργου τέχνης. Χρησιμοποίησε έναν ξεχωριστό και πολύ πρωτότυπο τρόπο σκέψης για να ειρωνευτεί αλλά και να στηλιτεύσει μια κοινωνία της οποίας οι καθιερωμένες αξίες απειλούνταν από βιομηχανοποίηση.

Οι κριτικοί αυτής της πλευράς πιστεύουν επίσης ότι είναι ο πρώτος που τόλμησε και κατέδειξε την ομορφιά που περιέχεται στο κοινότοπο ή ακόμη και στο σοφά αξιοποιημένο χυδαίο και ότι ο στόχος του ήταν να κάνει τον θεατή να δεί με διαφορετικό τρόπο τα καθημερινά πράγματα που θεωρεί δεδομένα (αποδίδουν δηλαδή καλλιτεχνική πρόθεση κρυμμένη πίσω από το έργο). Τον θεωρούν μάγο της ανατροπής, ένα ευφυές μυαλό αποφασισμένο να βλέπει την πραγματικότητα ανάποδα.

Ο ίδιος ο Γουόρχολ πάντως τόνιζε πως αυτό που τον χαρακτήριζε κυρίως ως καλλιτέχνη ήταν το ότι γνώριζε πάνω από όλα να παρατηρεί. Και δήλωνε φανατικός θιασώτης μιας τέχνης που καταγράφει ουδέτερα την πραγματικότητα. Τον είχε απασχολήσει επίσης πολύ η σχέση του χρόνου και του χώρου. «Όταν κοιτάζω τα πράγματα, κοιτάζω πάντοτε τον χώρο που καταλαμβάνουν. Θέλω πάντα ο χώρος να ξαναεμφανιστεί, να επιστρέψει, γιατί πρόκειται για χαμένο χώρο όταν κάτι βρίσκεται μέσα», σημειώνει ο ίδιος στη «Φιλοσοφία» του.

Κάποιοι μελετητές του έργου του Γουόρχολ υποστηρίζουν ότι η επανάληψη («πολλαπλά» πορτραίτα), ως ένα κεντρικό στοιχείο της εικαστικής έκφρασης στο έργο του Γουόρχολ, δεν μπορεί να εκληφθεί ως μια δοκιμή ή ένα παιχνίδισμα του καλλιτέχνη με το χρώμα και τις διαφορετικές ποιότητές του. Πολύ περισσότερο φαίνεται να σηματοδοτεί την επαναληψιμότητα των συμπεριφορών και των αντιδράσεων των ανθρώπων έναντι των φαινομένων της μαζικής κουλτούρας, υπό την έννοια των θεαμάτων, της μόδας, των διακινούμενων από τα μέσα αντιλήψεων. Φαίνεται επίσης πως επιχειρεί να αποκαλύψει και τον περιορισμό της ιδιωτικότητας των ανθρώπων, την έλλειψη προσωπικών επιλογών και εξατομικευμένης βούλησης, τη χειραγώγηση των ανθρώπων από τους διαμορφωτές της κοινής γνώμης.

Κι επειδή στα έργα του αποτυπώνεται ξεκάθαρα η μορφή των υποκειμένων ή αντικειμένων που αναπαριστώνται, αναρωτιέται κανείς εύλογα αν ο καλλιτέχνης επιδιώκει να παράσχει τη δυνατότητα να εστιάσουμε σε οικείες μας μορφές και να προβληματιστούμε για την πραγματικότητα που αυτές αντανακλούν ή για τις προσδοκίες που κάποιοι επιθυμούν, εκμεταλλευόμενοι τη συνεχιζόμενη προβολή αυτών των μορφών, να ενδυναμώσουν.

Στην αντίπερα όχθη υπάρχουν εκείνοι που αμφισβητούν το ότι υπάρχουν βαθύτερες ιδέες που λανθάνουν κάτω από τη φαινομενικά χαρωπή και αισιόδοξη εικόνα των έργων του Γουόρχολ. Και κάποιοι άλλοι που πιστεύουν πως ο Γουόρχολ είναι ένας καλλιτέχνης που προβάλλει τα αδιέξοδα του ψυχισμού του και της κοινωνίας της εποχής του κι ότι το έργο του δεν είναι πρόταση ζωής αλλά έργο απόγνωσης και ερημιάς.


Μερικές Προσωπικές παρατηρήσεις


Με το έργο του ο Γουόρχολ:

Δείχνει να θέλει να κρυφτεί αντί να επιδιώκει να αποκαλυφθεί ή να εκφράσει τον βαθύτερο εαυτό του

«Παγώνει» την εικόνα μαζί με το συναίσθημα

Επιδιώκει να τραβήξει την προσοχή, να προκαλέσει, να δημιουργήσει φασαρία

Έχει μια έντονη τάση «αποδόμησης»

Τα πορτραίτα του είναι «πολλαπλά» δείχνοντας διαφορετικά «πρόσωπα» και διαφορετικές πλευρές του ίδιου προσώπου (όπως ένιωθε μάλλον και ο ίδιος;)

Το συναίσθημα ή η συγκίνηση (αν προκύπτει) δεν προέρχεται από τα θέματα αλλά από τη χρήση του χρώματος που κυριαρχεί (έντονα, φανταχτερά, βιομηχανικά χρώματα)

Με τα έργα του είναι σαν να θέλει να δηλώσει ότι τα πράγματα είναι τόσο περίπλοκα που δεν μπορείς να τα ορίσεις με ακρίβεια


«Προσωπογραφία του Μάο»


Η σειρά προσωπογραφιών του Μάο είναι το πρώτο έργο που σηματοδοτεί την επιστροφή του βασιλιά της Ποπ Αρτ στη ζωγραφική το 1972, με μια σειρά από τολμηρά έργα που ανέτρεπαν το επίσημο πορτρέτο του Μάο Τσε Τουνγκ. Το πορτραίτο αυτό ακολούθησε μια μεγάλη παύση στην οποία ο δημιουργός είχε στραφεί στο σινεμά και το βίντεο.

Δεδομένου ότι το πορτραίτο του Μάο κοσμεί την πλατεία Τιενανμέν, αλλά χρησιμεύει και ως προμετωπίδα του «μικρού κόκκινου βιβλίου» (συλλογή από αποφθέγματα του Μάο), το πορτραίτο αυτό έγινε η αναπαράσταση της απόλυτης πολιτικής εξουσίας. Ωστόσο, στα χέρια του Γουόρχολ, η αναπαράσταση του προέδρου Μάο που χρησιμοποιούνταν για τη διάδοση του κομμουνισμού μετατράπηκε σε εμπόρευμα της καπιταλιστικής οικονομίας.

Το πορτραίτο αυτό ήταν παραγγελία του Ιόλα και συνδέθηκε με την επίσκεψη του Νίξον στην Κίνα και την πολιτιστική επανάσταση στη χώρα αυτή. Με την μνημειακή κλίμακα, την αξιοσημείωτη σαφήνεια της μεταξοτυπίας με τα φωτεινά κόκκινα χείλη, το άψογο περίγραμμα του προσώπου και τον έντονο, απότομο γιακά του πουκαμίσου, το έργο αυτό θεωρείται το αποκορύφωμα ανάμεσα στους πίνακές του.

Από μια άλλη οπτική γωνία, που άπτεται και της προσωπικής του ζωής, η περίοδος κατά την οποία ο Γουόρχολ έφτιαξε τα πορτραίτα του Μάο ήταν σημαδεμένη για τον ίδιο από την ιδέα του θανάτου. Ήταν για κείνον μια ψυχρή δεκαετία, κυριαρχούμενη από την ιδέα του τέλους, του θανάτου της τέχνης αλλά και του έργου του. Την ίδια εκείνη περίοδο είχε αρχίσει να λέει ότι πίστευε στο θεό και ενίοτε πήγαινε στην εκκλησία.

Η στροφή του αυτή στην «πνευματικότητα» φαίνεται να σχετίζεται αφενός με την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του (το 1968), το προσωρινό του «πέρασμα στον άλλο κόσμο» αλλά και την έντονη σωματική ταλαιπωρία που ακολούθησε (κάτι που μπορεί να επανέφερε στο προσκήνιο και την ασθενικότητα που σημάδεψε την παιδική του ηλικία) καθώς και με τους συχνούς θανάτους φίλων και ανθρώπων του περιβάλλοντός του από τον ιό του AIDS.

«Γιατί θα έπρεπε να είμαι πρωτότυπος; Γιατί δεν μπορώ να είμαι μπανάλ;» είχε απαντήσει ο ίδιος όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφο για την έλλειψη πρόκλησης που είχε το πορτραίτο του Μάο. Όλα τα παραπάνω με οδήγησαν σε μια προσέγγιση διαφορετική σε σχέση με προηγούμενα αντίστοιχα έργα του Γουόρχολ (πορτραίτα).

Ενώ στα πορτραίτα του μοιάζει σαν να χάνεται η έκφραση των προσώπων, σαν να θέλει να το κρύψει -καθώς «αφαιρεί» τη σάρκα από το πρόσωπο (αποπροσωποποιώντάς το έτσι κατά κάποιο τρόπο), η προσωπογραφία του Μάο, μου φαίνεται πως αποπνέει μια αίσθηση ζωντάνιας και ζωής (ίσως η επιστροφή του στη ζωγραφική;).

Επίσης ενώ η καλλιτεχνική του επιλογή μοιάζει να είναι η επιθυμία να «καταργήσει» τον ζωγράφο και την προσωπική πινελιά που είθισται να χαρακτηρίζουν ένα ζωγραφικό έργο, κάνοντας το έργο να φέρνει σε μια μηχανική αναπαραγωγή, στην προσωπογραφία του Μάο μου φαίνεται πως διακρίνεται περισσότερο η προσωπική του «πινελιά».

Επίσης στο συγκεκριμένο έργο δεν μου φαίνεται να κυριαρχεί τόσο η διάθεση για εντυπωσιασμό και «σοκ» ή πρόθεση βεβήλωσης του προσώπου του Μάο. Αντίθετα διαφαίνεται περισσότερο μια απόπειρα μείωσης της αυστηρότητας και του απρόσιτου του εικονιζόμενου προσώπου. Σαν μια προσπάθεια ωραιοποίησης, μια πρόθεση να φανεί ίσως μια κρυμμένη ευαισθησία του προσώπου (κι ένα ευάλωτο στοιχείο» που δεν διαφαινόταν στο «κανονικό» πορτραίτο (ίσως μέσα από αυτό να θέλησε να δείξει και τις δικές του κρυφές πτυχές, την δική του κρυμμένη ευαισθησία και την ανάγκη συμφιλίωσης με τον ίδιο τον εαυτό του ή τη διάθεση να γίνει κι ο ίδιος πιο προσιτός και πιο ανθρώπινος).

Τέλος, η θηλυπρέπεια που αποπνέει ο ζωγραφισμένος Μάο σε αυτή την προσωπογραφία ίσως συνδέεται με μια διάθεση συμφιλίωσης και με την ομοφυλοφιλία του καθώς εικάζεται ότι υπήρχε σύγκρουση ανάμεσα στις ομοφυλοφιλικές τάσεις που εκδήλωσε από την νεαρή του ηλικία και την έντονα θρησκευόμενη μητέρα του με την οποία είχε ανέκαθεν μια ιδιαίτερη σχέση.

Σε κάθε περίπτωση, η θέαση της προσωπογραφίας του Μάο αφήνει έντονα τα ίχνη της στη μνήμη κι ας είναι ίσως μόνον «ένα απλό αποτύπωμα, μια υποψία εικόνας, ένα απομεινάρι» κι ας είναι μόνον ένα ακόμη διάσημο πρόσωπο που ο Γουόρχολ μετέτρεψε σε προϊόν.