Το βιβλίο Δημόσια τέχνη – Δημόσια σφαίρα, σε επιμέλεια της Αγγελικής Αυγητίδου, προκαλεί, από τον τίτλο του ήδη, το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς η βιβλιογραφία για τις σύγχρονες μορφές τέχνης προέρχεται κυρίως από τον διεθνή χώρο. Το ενδιαφέρον εντείνεται όταν ανοίγοντας το βιβλίο αντιλαμβάνεσαι πως πρόκειται για ένα διεπιστημονικό έργο, που συγκεντρώνει όλες τις επικρατούσες προσεγγίσεις πάνω στο κεντρικό θέμα που πραγματεύεται: τη δημόσια τέχνη. Με τον τρόπο αυτό δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να γνωρίσει πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους πτυχές των όρων και των εννοιών που συνδέονται με τη δημόσια τέχνη και τον δημόσιο χώρο.
Η Αγγελική Αυγητίδου από τον πρόλογο ήδη του βιβλίου μάς καθιστά γνωστό ότι η σχέση της σύγχρονης τέχνης με τον δημόσιο χώρο βρίσκεται, πράγμα εξόχως φυσικό, υπό συνεχή αναθεώρηση, καθώς οι έννοιες του χώρου, του δημόσιου, της σχέσης της δημόσιας τέχνης με το πολιτικό και το κοινωνικό, ανανοηματοδοτούνται διαρκώς. Με αποκορύφωμα τις πρόσφατες εξελίξεις, αποτέλεσμα της πανδημίας του Covid-19, που έφεραν αλλαγές στην πρόσβαση, την ελεύθερη μετακίνηση και τη συνάθροιση – περιστέλλοντας έτσι την κοινωνική λειτουργία του δημόσιου χώρου.
Το περιεχόμενο του βιβλίου είναι δομημένο σε τέσσερις θεματικές ενότητες. Στην πρώτη ενότητα, μέσα από τα κείμενα των Κώστα Βασιλείου, Δήμητρας Χατζησάββα και Ευφροσύνης Τσακίρη, εξοικειωνόμαστε με βασικές έννοιες που αφορούν το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Έννοιες όπως: το δημόσιο, το ιδιωτικό, ο τόπος, ο χώρος και πώς αυτές μεταβάλλονται ιστορικά, ανάλογα με τις ιδέες της κάθε εποχής για την ατομικότητα. Στην ενότητα αυτή ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνώση που παρέχεται για το πώς η έννοια του χώρου αναδείχτηκε σε πρωτεύον ερμηνευτικό εργαλείο για την τέχνη και την αρχιτεκτονική στον ύστερο 19ο αιώνα, πώς ο χώρος αντιμετωπίστηκε ως ουδέτερο τοπίο από τους μοντερνιστές αρχιτέκτονες και πώς στη δεκαετία του 1960 η έννοια του χώρου αντικαταστάθηκε από την έννοια του τόπου. Τέλος, στην ίδια αυτή ενότητα γίνεται η διάκριση μεταξύ χαρτογραφίας και χαρτογράφησης, με τη σημαντική πληροφορία ότι σήμερα η χαρτογράφηση αποτελεί μέθοδο αποτύπωσης άυλων και κρυφών φαινομένων, προσωπικών βιωματικών εμπειριών, καθώς επίσης και ιδεών, αξιών και νοοτροπιών των δημιουργών της.
Με τον τρόπο αυτό δίνει την ευκαιρία στον αναγνώστη να γνωρίσει πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους πτυχές των όρων και των εννοιών που συνδέονται με τη δημόσια τέχνη και τον δημόσιο χώρο.
Στη δεύτερη ενότητα το ενδιαφέρον μεγαλώνει, καθώς φοράμε τα παπούτσια της τέχνης και περιηγούμαστε την παρουσία της στο αστικό τοπίο ως μνήμη, ιστορία και εικόνα, αντλώντας παραδείγματα από τις πόλεις της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Η Χάρις Κανελλοπούλου, ο Παναγιώτης Μπίκας και ο Θανάσης Μουτσόπουλος είναι οι ξεναγοί μας στην ιδιαίτερα διαφωτιστική αυτή ενότητα. Η γνώση για τα απεικονιστικά γλυπτά της Αθήνας που ανεγέρθησαν τον 19ο και 20ό αιώνα, η μεταβολή των εννοιών της γλυπτικής και του δημόσιου χώρου στη διάρκεια του χρόνου με παραδείγματα από την τύχη που είχαν γνωστά γλυπτά της πόλης της Θεσσαλονίκης, τα γκράφιτι σαν μια αθηναϊκή μητροπολιτική τέχνη ανάμεσα σε παραβατικότητα και διακόσμηση αυξάνουν το ενδιαφέρον μας για τη συνέχεια του βιβλίου.
Φτάνοντας στην τρίτη ενότητα, συναντάμε την Εύα Φωτιάδη, την Ελπίδα Καραμπά και τον Κώστα Ντάφλο που, υπό τον τίτλο «Νέα δημόσια τέχνη και (ψηφιακή) δημόσια σφαίρα», ανιχνεύουν το ανανεωμένο ενδιαφέρον της τέχνης για παρεμβατική δράση στην κοινωνία και στην πολιτική ζωή, την αντικατάσταση του αντικειμένου της τέχνης από τη σχέση καλλιτέχνη-κοινού, καθώς και τη σχέση ψηφιακού και φυσικού χώρου.
Στην τέταρτη και τελευταία ενότητα, μέσα από μια ποικιλία έργων σύγχρονων καλλιτεχνών βλέπουμε τον δημόσιο χώρο ως πλαίσιο συνάντησης ανθρώπων, ένα «παλίμψηστο καιρικών, κοινωνικών, καθημερινών και άυλων ροών». Ο Βασίλης Ψαρράς, η Μαρία Κονομή και ο Πάνος Κούρος μάς ξεναγούν στα φαινόμενα του 21ου αιώνα και το πώς έχουν εξελιχθεί στη σημερινή εποχή οι έννοιες της δημόσιας τέχνης και της δημόσιας σφαίρας.
Το βιβλίο, ως οφείλει στον επιστημονικό του χαρακτήρα, είναι εμπλουτισμένο με σημαντικές βιβλιογραφικές αναφορές και σημειώσεις που ανοίγουν ορίζοντες σε νέες γνώσεις και επιτρέπουν στον αναγνώστη την πρόσβαση σε πολλά άγνωστα μέρη της σύγχρονης πραγματικότητας, όχι μόνον της τέχνης, αλλά και ευρύτερα της εποχής που διανύουμε. Θα κλείσω με ένα μικρό απόσπασμα (το υπογράφει η επιμελήτρια του βιβλίου με την ιδιότητά της ως καλλιτέχνιδας), που βρήκα να συμπυκνώνει τον σημαντικό ρόλο που μπορεί να επιτελέσει η (δημόσια) τέχνη στη δημόσια σφαίρα:
«…στον φαινομενικά ήσυχο δημόσιο χώρο όπου το προσωπικό καταπνίγεται, οι καλλιτέχνες μπορεί να φέρουν στην επιφάνεια διαμάχες, διεκδικήσεις, μνήμες και σύμβολα εξουσίας και δύναμης, όχι με την αφέλεια της εύρεσης λύσης, αλλά με την επιμονή της εμπλοκής σε μία ζωή με τους άλλους».
Πηγή: Diastixo.gr
Το φωτογραφικό βιβλίο του Γιάννη Παντελίδη Ουδέτερη ζώνη προκαλεί εξαρχής το ενδιαφέρον στον αναγνώστη-θεατή όχι μόνον λόγω του θέματός του, αλλά κυρίως λόγω της ποιότητας του φωτογραφικού υλικού που εμπεριέχει. Γιατί ο Παντελίδης δεν στοχεύει με τις φωτογραφίες του ούτε στην πληροφόρηση ούτε στον εντυπωσιασμό. Χρησιμοποιεί τη φωτογραφική γλώσσα με την πρόθεση να προκαλέσει στο θεατή την καλλιτεχνική συν-κίνηση – ζητούμενο κάθε έργου που αποπειράται να ενταχθεί στο πεδίο της τέχνης. Μεγάλη πρόκληση για έναν φωτογράφο να το επιτύχει αυτό, ειδικά όταν το θέμα που έχει επιλέξει είναι τόσο σημαίνον και φορτισμένο από κοινωνιολογική και ανθρωπιστική άποψη. Και το θέμα με το οποίο καταπιάνεται ο Παντελίδης ανήκει αδιαμφισβήτητα σε αυτή την κατηγορία.
18 καταστήματα κράτησης / φυλακές, διάσπαρτα σε όλα τα διαμερίσματα του ελλαδικού χώρου. 84 φωτογραφίες. Και οι λεζάντες, κάτω από τις φωτογραφίες, που αποκαλύπτουν μόνον τα ονόματα των τόπων και τις χρονολογίες που τραβήχτηκαν. Τίρυνθα, Κόρινθος, Χανιά, Κομοτηνή, Κασσάνδρα, Διαβατά, Κορυδαλλός… 2016-2018.
Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς κοιτώντας τις φωτογραφίες του Παντελίδη είναι η απουσία ζωής και κίνησης. Και των προσώπων. Και πιο συγκεκριμένα του ανθρώπινου προσώπου, καθώς το ομαδικό πορτρέτο των προβάτων στη σελίδα 107, προς το τέλος του βιβλίου, επιφυλάσσει μια πολύ δυνατή στιγμή συν-κίνησης που σε κάνει να σκεφτείς ότι ίσως αυτή η απουσία να είχε τελικά τον λόγο της.
Στις φωτογραφίες αποτυπώνονται εικόνες από την ουδέτερη ζώνη, την γκρίζα ζώνη, όπως την αποκαλεί στο κείμενό του με τίτλο «Η φυλακή ως σύνορο» ο Κωστής Τσιτσελίκης. «Μια ζώνη αόρατη, καθώς ούτε το βλέμμα των μέσα ούτε των έξω πέφτει εκεί». Το δικό μας βλέμμα, περιηγούμενο στις σελίδες του βιβλίου, συναντιέται με εικόνες που αποτυπώνουν τη γύμνια, το αστικό και βιομηχανικό τοπίο με τα απόβλητά του, την άγονη γη, την ψυχρότητα των υλικών. Συναντιέται όμως και με εικόνες που υποδεικνύουν το φυσικό περιβάλλον και την ομορφιά του. Η επιφανειακή αυτή αντίθεση αξιοποιείται πιστεύω με ευφυΐα, καθώς συμβάλλει στην υποδήλωση ότι στον αντίποδα της μοναξιάς, της αποξένωσης, της ανελευθερίας, της αποκοπής που βιώνει ο φυλακισμένος υπάρχει πάντα η δυνατότητα της ομορφιάς, της παρηγοριάς, της ελευθερίας, της ίασης που μπορεί να προσφέρει η θέαση και η βίωση του φυσικού περιβάλλοντος.
Aποτελεί μια άκρως καλλιτεχνική προσέγγιση σε ένα θέμα που γεννά προβληματισμό και ανάγκη αναστοχασμού.
Στο βιβλίο, μαζί με τις φωτογραφίες του Παντελίδη, έχουν περιληφθεί και δύο πολύ αξιόλογα κείμενα. Το ένα, του Κωστή Τσιτσελίκη, με τίτλο «Η φυλακή ως σύνορο» και το άλλο με τίτλο «Ουδέτερη ζώνη» του Ηρακλή Παπαϊωάννου, που είναι και ο επιμελητής αυτού του τόσο ιδιαίτερου φωτογραφικού πρότζεκτ. Είναι πολλά και ενδιαφέροντα τα όσα μπορεί κανείς να πληροφορηθεί, αλλά και να μάθει από την ανάγνωση αυτών των κειμένων. Πληροφορίες και γνώσεις που αφορούν όχι μόνον στο σκεπτικό και την ιδέα που βρίσκονται πίσω από το φωτογραφικό πρότζεκτ του Παντελίδη, αλλά ιστορικά και κοινωνιολογικά στοιχεία που καλύπτουν και το ευρύτερο πεδίο μέσα στο οποίο κινείται το θέμα του φωτογραφικού αυτού λευκώματος.
Τα κείμενα αυτά σου δίνουν την ευκαιρία να αναστοχαστείς πάνω σε ουσιώδεις έννοιες: η φυλακή, ο εγκλεισμός, ο σωφρονιστικός ή ο τιμωρητικός χαρακτήρας της ποινής, οι συνθήκες διαβίωσης και πολλά ακόμη που δεν βρίσκονται αποτυπωμένα, από πρόθεση πιστεύω, στις φωτογραφίες του Παντελίδη. Επισημαίνω πολύ θετικά αυτή την πρόθεση, καθώς η ιδέα της φωτογράφησης του περιβάλλοντα και μόνον χώρου των 18 σωφρονιστικών καταστημάτων-φυλακών, γυμνών από πρόσωπα και ντοκουμέντα διαβίωσης, αποτελεί μια άκρως καλλιτεχνική προσέγγιση σε ένα θέμα που γεννά προβληματισμό και ανάγκη αναστοχασμού. Ο Παντελίδης εξέφρασε όλα τα παραπάνω, μαζί και την ευαισθησία και το ανθρωπιστικό του ενδιαφέρον, μέσα από τη λιτότητα και τη σιωπή των εικόνων του, αφήνοντας έτσι όλο τον χώρο στον θεατή για να βιώσει τα όσα μέσα του συν-κίνησαν αυτές οι φωτογραφίες. «Ο Παντελίδης», όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, «απονέμει μεγαλύτερη προσοχή στον κόσμο από ό,τι στον εαυτό και αφήνεται στη σημασία που φέρουν τα πράγματα, ευνοώντας παράλληλες αναγνώσεις».
Μέσα στο βιβλίο υπάρχουν κάποιες φωτογραφίες για τις οποίες θα μπορούσα να μιλήσω πολύ παραπάνω καθώς έγιναν, από την πρώτη ματιά κιόλας, οι αγαπημένες μου. Τη μία τη φανέρωσα ήδη, στην αρχή του κειμένου. Τις άλλες, όμως, λέω να τις κρατήσω αφανέρωτες. Και να προτρέψω και εσάς, τους αναγνώστες-θεατές, να κάνετε το ίδιο. Να βρείτε τις δικές σας συν-κινητικές φωτογραφίες μέσα σε αυτό το πολύ ενδιαφέρον φωτογραφικό λεύκωμα. Τις φωτογραφίες που σας άγγιξαν παραπάνω. Που νιώσατε πως διεύρυναν το βλέμμα σας. Κοιτάξτε τες και συνομιλήστε μαζί τους. Θέστε τους τα δικά σας ερωτήματα. Τους δικούς σας προβληματισμούς. Και ανα-στοχαστείτε. Για όλα όσα, ατομικά και συλλογικά, νιώθετε πως χρειάζονται επαναπροσδιορισμό ή απλά την ήρεμη αποδοχή σας.
Άλλωστε, όπως μας άφησε παρακαταθήκη ο μεγάλος φωτογράφος Α.Κ. Μπρεσόν: «Ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας μέσω της ζωής, ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα τον έξω κόσμο που μας διαμορφώνει και που όμως πάνω του μπορούμε να επέμβουμε. Πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, τον εξωτερικό και τον εσωτερικό, που, συνδιαλεγόμενοι διαρκώς, σχηματίζουν έναν και μοναδικό. Αυτόν τον κόσμο καλούμαστε να μεταδώσουμε».
Πηγή: Diastixo.gr
«Είμαι καλλιτέχνης του ζην. Το έργο τέχνης μου είναι η ζωή μου.»
Suzuki
Από πολύ νωρίς, η σπουδή μου στην τέχνη της φωτογραφίας με οδήγησε στην ανακάλυψη ότι τα μαθήματα που έπαιρνα, καλλιεργώντας και εξελίσσοντας τη σχέση μου με αυτή την τέχνη, ήταν παρόμοια με εκείνα που χρειαζόμουν για να κάνω και τη ζωή μου πιο όμορφη, πιο χαρούμενη, πιο δημιουργική. Άρχισα, λοιπόν, να καταγράφω συστηματικά τις παρατηρήσεις μου για όσα κοινά στοιχεία εντόπιζα να συνδέουν την τέχνη της φωτογραφίας με την τέχνη της ζωής.
Η καταγραφή αυτή συνεχίστηκε για πολλά χρόνια, αποκαλύπτοντάς μου πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα που γεννούσαν συχνά μέσα μου την έκπληξη και τη χαρά που ακολουθούν συνήθως τις νέες επιγνώσεις. Ένα από τα πρώτα πράγματα που θυμάμαι είναι το πόσο είχα εντυπωσιαστεί όταν άρχισα να καταλαβαίνω πως η φωτογραφία, ενώ μοιάζει να έχει σημείο αναφοράς την εξωτερική, ορατή πλευρά του κόσμου, εντούτοις στην ουσία είναι μια συνομιλία με την αόρατη πλευρά του. Αυτή η αποκάλυψη με έκανε να αγαπήσω ακόμη πιο πολύ τη φωτογραφία, ενισχύοντας την πίστη μου ότι είναι μια μαγική τέχνη!
Αργότερα, εντρυφώντας περισσότερο σε αυτή την ανακάλυψη, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι οι φωτογραφίες μου, παρότι στιγμιαίες και ασυνείδητες εικόνες, αποτύπωναν πολλά πράγματα που αποκάλυπταν τις σκέψεις, τα συναισθήματα, την οπτική μου και πολλά ακόμη που στη συνέχεια οδήγησαν τα βήματά μου στον δρόμο της αυτογνωσίας και της συνειδητότητας.
Οι παραπάνω προσωπικές παρατηρήσεις, περνώντας τα χρόνια, ενίσχυαν ακόμη περισσότερο την πίστη μου ότι η φωτογραφία είναι μια τέχνη που μπορεί να μας αποκαλύψει τα μυστικά του εαυτού μας και της ζωής. Κι έτσι ξεκίνησα να μελετώ τη ζωή και το έργο των μεγάλων φωτογράφων, ανακαλύπτοντας με έκπληξη το πόσο στενά ήταν συνδεδεμένες η φωτογραφική τους τέχνη με την πορεία της ζωής τους και το πόσο η ενασχόλησή τους με τη φωτογραφία είχε βαθιά επηρεάσει τη φιλοσοφία και τη στάση τους στα ζητήματα της ζωής.
Ίσως σε κάποιους να μοιάζει δύσκολο να πιστέψουν πώς ένα μέσο τόσο απλό, καθημερινό και κοινότοπο, συνυφασμένο με την εικόνα και το φαίνεσθαι, όπως έχει εξελιχθεί στις μέρες μας η φωτογραφία, μπορεί να προσφέρει μια τόσο μεγάλη και βαθιά υπηρεσία.
Η εμπνευσμένη παρατήρηση της Dorothea Lange, που είχα συναντήσει στη διάρκεια της προσωπικής μου αυτής έρευνας, πως «η φωτογραφική μηχανή μπορεί να διδάξει τους ανθρώπους πώς να βλέπουν χωρίς μια μηχανή», ήταν το μεγάλο λάκτισμα που με οδήγησε στην απόφαση να εντρυφήσω ακόμη πιο βαθιά στον τρόπο που η φωτογραφία μπορεί να γίνει ένας πολύτιμος οδηγός για το ευ ζην. Κι έτσι, το 2017, ο δρόμος μου με έφερε στα μονοπάτια της Art Therapy και της προσωπικής ανάπτυξης με μέσο κυρίως τη φωτογραφική εικόνα.
Αναπτύσσω σημαίνει ξεδιπλώνω, ξετυλίγω, φανερώνω, δίνω στα πράγματα τη δυνατότητα να αποκαλυφθούν. Υπό αυτό την προσωπική ανάπτυξη, η φωτογραφική τέχνη μάς δίνει το βήμα, μέσα από πρωτότυπες φωτογραφικές ασκήσεις και τεχνάσματα που συνδυάζουν τις αρχές της καλλιτεχνικής φωτογραφίας με τις τεχνικές της Art Therapy, για να μάθουμε πώς να ερχόμαστε σε επαφή με τη δημιουργικότητά μας, πώς να δίνουμε μορφή στις εικόνες του εσωτερικού μας κόσμου, πώς να συνδέουμε το καλλιτεχνικό μας έργο με τη μοναδικότητα και το προσωπικό μας βίωμα. Ξεκινώντας από την αφύπνιση του βλέμματος, την έξοδο από τη ζώνη της συνήθειας κι ασφάλειάς μας, το ξύπνημα του εσωτερικού παρατηρητή, την αξιοποίηση της σκιάς και φθάνοντας μέχρι το πώς να μάθουμε να διαβάζουμε στις φωτογραφίες στοιχεία για τον εαυτό μας, που ίσως και να μην έβρισκαν άλλο τρόπο να περάσουν το κατώφλι της συνείδησής μας, η φωτογραφία μπορεί να γίνει πολύτιμος οδηγός μας στο ταξίδι της αυτοανακάλυψης.
Κι επειδή, όπως είπε και ο Einstein, «για να ξυπνήσει κανείς τη δημιουργικότητα πρέπει να αναπτύξει την τάση του για παιχνίδι», στο ταξίδι αυτό αγκαλιάζουμε τα λάθη και τις α-στοχίες, καλλιεργούμε την ελαφρότητα και το χιούμορ, δίνουμε χώρο στους αυτοσχεδιασμούς και τον πειραματισμό, καθώς σε ένα τέτοιο κλίμα κυοφορούνται τις περισσότερες φορές τα σπέρματα της προσωπικής και καλλιτεχνικής μας εξέλιξης.
Ίσως σε κάποιους να μοιάζει δύσκολο να πιστέψουν πώς ένα μέσο τόσο απλό, καθημερινό και κοινότοπο, συνυφασμένο με την εικόνα και το φαίνεσθαι, όπως έχει εξελιχθεί στις μέρες μας η φωτογραφία, μπορεί να προσφέρει μια τόσο μεγάλη και βαθιά υπηρεσία. Αρκεί, όμως, ένα κλικ για να βγει κανείς από την κοινόχρηστη οπτική και να δει τα πράγματα με μια αναζωογονητική ματιά, που θα τον οδηγήσει σε καινούργιες συναντήσεις.
Ευρυγώνιοι φακοί, πλάνα, αυτοματισμοί μηχανών, συμπληρωματικοί φωτισμοί, φιλμ υψηλής ευαισθησίας, ρετούς, σκόπευτρα, βάθος πεδίου, φίλτρα, φωτοφράχτες, λανθάνουσα εικόνα, νεταρίσματα, πλήκτρα απελευθέρωσης, νυχτερινές λήψεις, επεξεργαστές, κινούμενα θέματα και πολλά ακόμη: Αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της φωτογραφικής ορολογίας, περιγράφοντας μια τέχνη που αποτελεί μέρος της ζωής μας σε μια εποχή που η τεχνολογία επιτρέπει στον καθένα να αιχμαλωτίσει στιγμές μοναδικές παγώνοντας το παρόν, συμβιώνοντας με επίπονες αλλαγές, μαθαίνοντας να αποδέχεται την απώλεια.
Εξηγώντας τη σχέση της με τη φωτογραφική τέχνη, η Αγγελική Καστρινέλλη μιλά για τη δική της συνάντηση με τη φωτογραφία, όταν στην εφηβεία της: «ήρθε στη ζωή μου εκείνη η ωραία μέρα που η αγαπημένη μου θεία Σόνια έφερε στο σπίτι μια φωτογραφική μηχανή KODAK INSTAMATIC… Από κείνη τη μέρα και μετά, η μηχανή δεν έφυγε ποτέ από τη σχολική μου τσάντα. Με συνόδευε παντού, σε κάθε δραστηριότητά μου, κυρίως έξω από το σπίτι. Έγινε η παρέα μου, η συντροφιά μου, η κρυφή μου δύναμη για να μπορώ να βγαίνω στον έξω κόσμο. Δεν πήγαινα πουθενά χωρίς εκείνη».
Χρόνια εξάσκησης και μελέτης τής έδωσαν τη δυνατότητα να συνδυάσει την τέχνη της φωτογραφίας με τις εσωτερικές της αναζητήσεις και να μοιραστεί τις γνώσεις της με το κοινό, προτείνοντας στο καινούργιο της βιβλίο μια σειρά από workshops, μέσα από τα οποία μπορούμε να ανακαλύψουμε τα βαθύτερα μυστικά της δημιουργικής μας φύσης. Η μέθοδος Inner Vision Photography που δημιούργησε η Αγγελική Καστρινέλλη προτείνει μια φιλοσοφική προσέγγιση στα θέματα της τέχνης και της ζωής. Μια προσέγγιση στην οποία μας οδηγούν τα ερεθίσματα και τα βιώματα του εξωτερικού κόσμου.
Σήμερα η φωτογραφία, αν χρησιμοποιηθεί με τον τρόπο που προτείνει η συγγραφέας, μπορεί να αποτελέσει το μέσον για την κατανόηση του εαυτού μας, των άλλων και του κόσμου.
«Από τη φωτογραφία μέσω του κινητού μπορεί να δει κανείς πολλά πράγματα σχετικά με τις δεξιότητες του λήπτη» έχει πει ο Παντελής Βούλγαρης, υπογραμμίζοντας το ότι, παρά τις τρομακτικές βελτιώσεις στην ποιότητα της εικόνας που δίνουν οι σύγχρονες μηχανές, τόσο το ενδιαφέρον όσο και η αισθητική αξία των λήψεων σχετίζονται στενά με την προσωπική ματιά του φωτογράφου, που αποτυπώνεται πάντα στις φωτογραφίες του συνειδητά ή ασυνείδητα.
Εκατομμύρια λήψεις δημιουργούν μια πραγματικότητα που κυριαρχείται από την έννοια της εικόνας, καθώς η όραση «είναι η πιο συμμετοχική μας αίσθηση στην καθημερινή ζωή», όπως μας υπενθυμίζει η συγγραφέας. «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύζονται καθημερινά από χιλιάδες φωτογραφίες που αποπειρώνται να αποτυπώσουν μια ψηφίδα της ζωής, να γίνουν μάρτυρες του ότι ζούμε και του ό,τι ζούμε», σημειώνει η συγγραφέας. Και μας προτρέπει: «Ας δώσουμε λοιπόν την ευκαιρία σε αυτές τις εικόνες να γίνουν μάρτυρες της αληθινής μας ζωής. Εκείνης που βιώνουμε όταν τα φώτα σβήνουν και οι αυλαίες κατεβαίνουν. Όταν το σκοτάδι πυκνώνει κι εμείς ζητάμε κάτι για να κρατηθούμε ζωντανοί. Κι αυτό το κάτι μόνον ο εαυτός μας μπορεί να μας το προσφέρει. Αυτός ο εαυτός που συχνά αγνοούμε ή παραγνωρίζουμε. Αυτόν τον εαυτό μάς ζητά να ανακαλύψουμε, να αφουγκραστούμε και να αναδείξουμε η μέθοδος Inner Vision Photography».
Ακόμα και πριν από την αυγή του πολιτισμού η τέχνη είχε τη δύναμη να θεραπεύει, η μουσική γαλήνευε τις ψυχές των ανθρώπων, στις πιο σκληρές φάσεις της ζωής τους οι πρωτόγονοι ζωγράφιζαν στις σπηλιές τα ζώα που έβλεπαν να τρέχουν στα προϊστορικά λιβάδια, προσπαθούσαν να ξεπεράσουν τους φόβους τους εγκλωβίζοντας σε σχέδια τις μαγικές ικανότητες των πλασμάτων που έβλεπαν γύρω τους. Σήμερα η φωτογραφία, αν χρησιμοποιηθεί με τον τρόπο που προτείνει η συγγραφέας, μπορεί να αποτελέσει το μέσον για την κατανόηση του εαυτού μας, των άλλων και του κόσμου. Να «εμφανίσει» τις εικόνες της εσωτερικής μας ζωής, να μας αποκαλύψει σκέψεις και συναισθήματα που παραμένουν ασυνείδητα, να μας μάθει να αγκαλιάζουμε το φως και τη σκιά, να μας ωθήσει να δώσουμε στη μοναδικότητα της ύπαρξής μας την αξία που της πρέπει.
Πηγή: Diastixo.gr
Η φωτογραφία, η ανάγνωση και η γραφή ήταν τα μέσα που, από μικρή ηλικία, με βοήθησαν να εκφράσω τον εαυτό μου, να μοιραστώ τις σκέψεις και τα συναισθήματά μου, να παρηγορηθώ στις δύσκολες στιγμές, να διεκδικήσω μια δημιουργική ζωή. Και δημιουργική γίνεται η ζωή μας όταν ζούμε με βάση τις αξίες και το προσωπικό μας όραμα. Τότε νιώθουμε πως η καθημερινότητά μας έχει νόημα και σκοπό – πως ζούμε αληθινά. Τι μας κρατάει όμως μακριά από τη χαρά και την ευημερία;
Η μέθοδος Inner Vision Photography μας οδηγεί μέσω της τέχνης της φωτογραφίας στην αναγνώριση και την αποδοχή των όσων μας κλείνουν τον δρόμο προς τη χαρά και, κυρίως, μας δείχνει τον δρόμο προς την αλλαγή και την απελευθέρωση από τα προσωπικά μας δεσμά. Μας μαθαίνει πως τίποτα δεν είναι a priori όμορφο ή άσχημο, ασήμαντο ή σημαντικό, σωστό ή λάθος. Αυτό που κάνει το ασήμαντο να γίνεται σημαντικό, το άσχημο όμορφο και το λάθος να μεταμορφώνεται σε σωστό είναι η ματιά του παρατηρητή. Όσο πιο ουδέτερα και πιο νηφάλια αντιμετωπίζουμε τα φαινόμενα που συμβαίνουν γύρω μας και μέσα μας, τόσο οδηγούμαστε στον δρόμο της προσωπικής μας ευημερίας.
Στο χέρι μας, λοιπόν, είναι να μεταμορφώνουμε τον βάτραχο σε πρίγκιπα ή, αν το προτιμάμε, να ομορφαίνουμε απλώς τον βάτραχό μας!
Αυτό που κάνει το ασήμαντο να γίνεται σημαντικό, το άσχημο όμορφο και το λάθος να μεταμορφώνεται σε σωστό είναι η ματιά του παρατηρητή.
Η θεραπευτική αυτή διαδρομή που συντελείται μέσω της τέχνης εμφανίζει, κατά τη γνώμη μου, κι ένα άλλο μεγάλο πλεονέκτημα. Κι αυτό είναι το ότι, παράλληλα με τη μεταποίηση των βιωμάτων, των αυτοπεριοριστικών σκέψεων και των συναισθημάτων που μας μπλοκάρουν, αφυπνίζει και τη δημιουργική μας δύναμη ωθώντας μας στην έκφραση των ταλέντων, των δεξιοτήτων και της μοναδικότητάς μας. Επιπλέον, επειδή η δημιουργική διαδικασία της τέχνης συμβαίνει μέσα σε ένα κλίμα χαράς, ελαφρότητας και παιχνιδιού, καλώντας μας να γίνουμε Homo Ludens («παίζοντες άνθρωποι», δηλαδή), μας προσφέρει ένα πολύ ισχυρό ελιξίριο, ιδιαίτερα αναζωογονητικό, πιστεύω, στην ιδιόμορφη εποχή που ζούμε!
Πηγή: Diastixo.gr
Διαβάστε τη συνέντευξη εδώ.
Η έννοια της θεραπείας είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια της αυτογνωσίας και της συνειδητότητας.
Όταν αναγνωρίσουμε και κατανοήσουμε ότι οι ερμηνείες που επιλέγουμε να δίνουμε στα πράγματα της ζωής είναι συχνά αυθαίρετες, στρεβλές και υποκείμενες στην περιορισμένη οπτική με την οποία μάθαμε και συνηθίσαμε να κοιτάμε τον κόσμο γύρω μας και μέσα μας, τότε ξεκινά για μας το ταξίδι στην απελευθέρωση από όλα όσα δεν μας επιτρέπουν να νιώθουμε τη χαρά και την πληρότητα.
Η ανάδειξη της άριστης πλευράς του εαυτού μας είναι για μένα ο στόχος κάθε θεραπευτικής προσέγγισης καθώς αξιοποιώντας στο έπακρο το δυναμικό μας και ζώντας σύμφωνα με τις αρχές και τις αξίες μας είναι που οδηγούμαστε στο δρόμο της υγείας και της ευημερίας.
Η μέθοδος “Inner Vision Photography” προτείνει τη δημιουργική διαδικασία της τέχνης, σαν ένα δρόμο προς την κατεύθυνση αυτή. Η θεραπευτική διαδρομή μέσω της τέχνης εμφανίζει, κατά τη γνώμη μου, ένα μεγάλο πλεονέκτημα. Κι αυτό είναι το ότι, παράλληλα με την μεταμόρφωση των βιωμάτων, των αυτοπεριοριστικών σκέψεων και των συναισθημάτων που μας μπλοκάρουν, αναδεικνύει και τη δημιουργική δύναμη μέσα μας, ωθώντας μας στην έκφραση των ταλέντων, των δεξιοτήτων και της μοναδικότητάς μας.
Επιπλέον επειδή η δημιουργική διαδικασία της τέχνης συμβαίνει μέσα σε ένα κλίμα χαράς, ελαφρότητας και παιχνιδιού, καλώντας μας να γίνουμε Homo Ludens, (“παίζοντες άνθρωποι”), μας προσφέρει ένα πολύ ισχυρό ελιξίριο, αναγκαίο πιστεύω στην ιδιόμορφη εποχή που ζούμε.
Περισσότερα στο βιβλίο Inner Vision Photography.
Θεραπεύω στην ελληνική γλώσσα σημαίνει: υπηρετώ, φροντίζω, περιποιούμαι, ασχολούμαι με ζήλο, καλλιεργώ.
Πώς, λοιπόν, η τέχνη μπορεί να μας προσφέρει θεραπεία;
Τι υπηρετεί;
Με ποιο τρόπο μπορεί να μας φροντίσει;
Τι περιποιείται μέσα μας;
Με ποια μέρη της ανθρώπινης φύσης ασχολείται με ζήλο;
Ποια γόνιμα χωράφια καλλιεργεί;
Η τέχνη φροντίζει την ψυχή μας, εκείνο δηλαδή το μέρος της φύσης μας που μας συνδέει με την πνευματική μας υπόσταση. Η ψυχή μας είναι η έδρα της βαθύτερης ουσίας μας. Εκεί όπου βρίσκονται φυλαγμένα τα σπέρματα της αυθεντικότητας και της μοναδικότητας μας – η μήτρα της άριστης πλευράς μας.
Η τέχνη μας βοηθά να (ανα)γνωρίσουμε τον εαυτό μας, να τον αποδεχθούμε, να τον αλλάξουμε, να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή του.
Η τέχνη μας ανοίγει το δρόμο για να ανακαλύψουμε και να εκφράσουμε τη μοναδικότητα μας, βοηθώντας μας να αποβάλλουμε οτιδήποτε δεν είναι χρήσιμο, ωφέλιμο και λειτουργικό για την έκφραση της άριστης πλευράς μας.
Η δημιουργική διαδικασία της τέχνης μας δείχνει τον τρόπο να γνωρίσουμε αυτή μας την πλευρά, να δοκιμάσουμε τα όρια μας, να επιτρέψουμε στις αρετές μας να μας οδηγήσουν στο μεγαλείο που μπορούμε να αγγίξουμε, όταν φεύγουμε από τη χώρα του φόβου, της ενοχής, της κριτικής, καθώς μας εμπλουτίζει με νέες δεξιότητες και ικανότητες, μας κάνει πιο ευέλικτους, πιο τολμηρούς, πιο θαρραλέους.
Η τέχνη επίσης καλλιεργεί την ενσυναίσθηση, λίθο θεμέλιο για την αρμονική μας συνύπαρξη με τους άλλους.
Περισσότερα στο βιβλίο Inner Vision Photography.