The vision of my inner voice
Μια από τις πιο αγαπημένες μου λέξεις στη φωτογραφική ορολογία είναι η λανθάνουσα εικόνα. Με γοητεύει η ιδέα ότι οι εικόνες προϋπάρχουν σε μια άλλη μορφή, άυλη, μέχρι να έρθει η ώρα τους να γίνουν ορατές. Η τεχνολογία βέβαια έχει παραγκωνίσει αυτή την έννοια, μια και τώρα πια δεν δίνει στη φωτογραφία την ευκαιρία να κυοφορηθεί, σαν άλλο έμβρυο, μέσα σε μια λανθάνουσα υπόσταση της ύπαρξής της, όμως πειράζοντας λίγο το περιεχόμενο της λέξης μπορούμε να πούμε πως η λανθάνουσα εικόνα είναι εκείνη η ανείπωτη ατμόσφαιρα που προϋπάρχει μέσα στην ψυχή του φωτογράφου καθώς περιπλανιέται μέσα στις γειτονιές του κόσμου αναζητώντας την όψη της εσωτερικής του φωνής.
Μέσα σε αυτό το προσωπικό σημειωματάριο, των όψεων της δικής μου εσωτερικής φωνής, ανατρέχω κάθε φορά που νιώθω την ανάγκη για ένα έρεισμα, προκειμένου να αντιμετωπίσω τις προκλήσεις που φέρνουν στη ζωή μου οι πιο άνυδρες εποχές.

































The evening dimension of life
Η νυχτερινή διάσταση της ζωής
Ώρες αγρύπνιας
σκυμμένες πάνω στα αυτονόητα του κόσμου
Ώρες αγρύπνιας
προορισμένες να κάνουν φανερό το αφανέρωτο
Α. Κ.





























Η Αγγελική Καστρινέλλη, φωτογράφος, Art Therapist και δημιουργός της μεθόδου Inner Vision Photography, πραγματοποιεί, σε συνεργασία με τους χώρους D’ art και Hubits, 3 Workshops της μεθόδου Inner Vision Photography με διαφορετική θεματική.
Στόχος των workshops είναι η βιωματική εμπειρία των συμμετεχόντων σε μια διευρυμένη οπτική του φωτογραφικού μέσου που συνδυάζει τις αρχές της καλλιτεχνικής φωτογραφίας με τεχνάσματα της Art Therapy και του NLP.
Τα workshops απευθύνονται σε όσους θέλουν να εμπλουτίσουν το φωτογραφικό τους βίωμα και σε όσους θέλουν να ξεκινήσουν την παρατήρηση του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου μέσα από το φακό.
Περισσότερες πληροφορίες εδώ
Θεσσαλονίκη, Βαφοπούλειο νευματικό κέντρο, Μάιος 2011
Δείτε το album της έκθεσης εδώ
Αθήνα, Μάρτιος 2014
Ένας από τους λόγους που μου αρέσουν τα σημειωματάρια είναι ότι δέχονται μέσα τους, με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, τις ερωτηματικές προτάσεις. Κι ένας άλλος είναι ότι δείχνουν αμέριστη αποδοχή απέναντι στις ατέλειες -από τα κολλυβογράμματα ξεκινώντας και φθάνοντας μέχρι το ασυνάρτητο των συλλογισμών σου. Καλοδέχονται ακόμη και σκόρπιες λέξεις, μισοτελειωμένες φράσεις, συνθηματικά μότο και γενικώς όλα τα αδέσποτα που μπορεί να έχουν, καθοδόν, τραβήξει την προσοχή σου.
Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τα σημειωματάρια ανταλλάσσουν την θερμή τους χειραψία με τις λέξεις, υποδέχονται και τις εικόνες. Κι έτσι, μπορούν να γίνουν μία εξαίρετη παρέα, στις περιόδους που οι βαθιές ρυτίδες στην επιφάνεια της πραγματικότητας στρέφουν τον φωτογράφο σε πιο υπόγειες διαδρομές, προκειμένου να αναζητήσει τα λαθραία εκείνα ίχνη που η αφανής –και πιο στέρεα- πλευρά του κόσμου συνηθίζει να αφήνει, αθόρυβα και σιωπηλά, στην αυλόπορτα της ζωής μας.
Ένα τέτοιο σημειωματάριο, γραμμένο σε στιγμές που η ματαιότητα λαγοκοιμόταν, αποκαλύπτοντας έτσι, άθελά της, την απρόσκοπτη ομορφιά που κρύβεται συχνά μέσα στο τίποτα και στο μηδέν αυτού του κόσμου,
σας προσκαλώ να ξεφυλλίσουμε σήμερα μαζί -αφήνοντας για λίγο στην άκρη το αναθεματισμένο νόημα και όλα όσα ταλανίζουν την ψυχή μας με τις αποχρώσεις της βαθιάς αμφιβολίας…
Α. Κ.
Δείτε το album της έκθεσης εδώ
Wabi Sabi
Μία προσέγγιση στο εφήμερο
Αθήνα/Απρίλιος 2015, Σύρος/Ιούλιος 2015
nothing lasts
nothing is finished
nothing is perfect,
imperfections make people and objects unique
Το εφήμερο της ύπαρξης και το αέναο του ταξιδιού μας στον κόσμο είναι συχνά η ουσία που βρίσκεται πίσω από την καλλιτεχνική έκφραση.
Η φωτογραφική πράξη προσιδιάζει με ένα δικό της ξεχωριστό τρόπο στην αίσθηση του εφήμερου.
Τα φωτογραφικά καρέ έχουν την διάρκεια της στιγμής. Μέσα σε αυτήν γεννιούνται, μέσα σε αυτήν κάνουν τον κύκλο της ζωής τους, μέσα σε αυτήν πεθαίνουν.
Με αυτόν τον τρόπο μας εξοικειώνουν κάπως με την παροδικότητα και το θάνατο, αν βέβαια δεχθεί κανείς ότι η οικειότητα μπορεί ποτέ να είναι συμβατή με την ανυπαρξία!
Α. Κ.
Δείτε το album της έκθεσης εδώ
Η παρηγορητική μελαγχολία της Π(π)όλης
Αθήνα, Μάρτιος 2016
«…κάθε λέξη σχετικά με τον χαρακτήρα, την ψυχή ή την υπόσταση μιας πόλης, με ένα έμμεσο τρόπο, γυρίζει σε συζήτηση για τη δική μας ψυχική κατάσταση. Η πόλη πέραν από εμάς τους ίδιους δεν έχει άλλο κέντρο»
Ορχάν Παμούκ
Ήθελα πάντα να επισκεφθώ την Πόλη. Kι η επιθυμία αυτή έγινε ακόμη πιο έντονη μετά τη συνάντησή μου με τις φωτογραφίες του Αρά Γκιουλέρ και τις εκμυστηρεύσεις του Ορχάν Παμούκ για τη μελαγχολική ατμόσφαιρα της Πόλης.
Πολλές φορές είχα προγραμματίσει το ταξίδι, όμως, κάθε φορά, κάτι συνέβαινε και αναβαλλόταν. Ώσπου, το περασμένο καλοκαίρι, μετά από μια αναπάντεχη κακοκαιρία στην προσωπική μου ζωή, κάτι μέσα μου με οδήγησε παρορμητικά προς τα νερά του Βοσπόρου. Επέλεξα να ταξιδέψω οδικώς, καθώς πίστευα ότι η συνεχής (μετα)κίνηση, η εναλλαγή των τοπίων και η σιωπή θα συντρόφευαν με τον καλύτερο τρόπο το νωπό ακόμη πένθος μου.
Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού φωτογράφιζα, απλά και μόνον γιατί ήταν το μόνο που με παρηγορούσε.
Μήνες μετά την επιστροφή μου στην Αθήνα, όταν έριξα ξανά το βλέμμα μου στις φωτογραφίες του ταξιδιού, είδα πως η Πόλη μου είχε δώσει την ευκαιρία να «ακουμπήσω» στα τοπία της, στα πρόσωπα των άγνωστων ανθρώπων, στους δρόμους και στα καλντερίμια της, στους νυχτερινούς φωτισμούς, στην ιδιόμορφη αρχιτεκτονική των παλαιών και σύγχρονων κτισμάτων το κάθε βήμα της μαιανδρικής και μπερδεμένης διαδρομής που είχε γράψει μέσα μου ο πόνος.
Η μελαγχολία της Πόλης στάθηκε παρηγορητική στη φάση που βρισκόμουν, καθώς ταίριαξε με την ατμόσφαιρα που ένιωθα μέσα μου. Οι αντιθέσεις και οι αντιφάσεις της, έτσι καθώς έψαχναν να βρουν την χαμένη τους ισορροπία, αγκάλιασαν λες και τα δικά μου ακραία, λόγω πένθους, συναισθηματικά καιρικά φαινόμενα, λειαίνοντας κάπως την τραχειά τους επιφάνεια. Κι έτσι, χωρίς να το καταλάβω, η οικειοποίηση που μου επέτρεψε το «πνεύμα» της Πόλης ενστάλαξε, δειλά-δειλά, μέσα μου, τη διάθεση για ζωή, εξορίζοντας, με ήρεμο και αθόρυβο τρόπο, το συναισθηματικό τοπίο που πριν όριζε η απώλεια.
Έτσι κάπως η Κωνσταντινούπολη έγινε η δική μου πόλη. Η ιστορία της συναντήθηκε με τη δική μου προσωπική ιστορία, βάζοντάς με να σκεφθώ πως, ίσως, η μεγαλύτερη ευεργεσία που μπορεί να προσφέρει η τέχνη να είναι αυτή η δυνατότητα που μας δίνει να αφηγηθούμε τη δική μας προσωπική ιστορία και να συμφιλιωθούμε με άγνωστα ή «απορριμμένα» κομμάτια του εαυτού μας, ακόμη κι όταν, επιφανειακά τουλάχιστον, καταπιανόμαστε με τις ιστορίες της ζωής των άλλων ή αποτυπώνουμε στα φωτογραφικά μας καρέ τα πράγματα του έξω κόσμου.
Ίσως, αν είχα επισκεφθεί την Πόλη σε μια διαφορετική προσωπική φάση, να αποτύπωνα άλλα πράγματα στα καρέ μου. Ίσως, πάλι, να έριχνα το βλέμμα μου και στα ίδια, από μιαν άλλη όμως οπτική γωνία, αφού στις φωτογραφίες αποτυπώνει κανείς τον κόσμο που έχει μέσα του κι αφού «η πόλη, η κάθε πόλη, πέραν από μας δεν έχει άλλο κέντρο».
Α. Κ.
Αθήνα, Μάρτιος 2019
Δεν είναι αλήθεια, λενε,
πως υπάρχουνε φαντάσματα
μα έλα και να το αποδείξεις
όταν τις νύχτες νιώθεις
χέρια άγνωστων θεών
να ανασταίνουνε το σώμα σου
και τις θωπείες των πνευμάτων
να ανακατεύουν τα μαλλιά σου
Δεν ξέρω, απαντώ, σαν με ρωτάνε
Πράγματα που θέλουν αποδείξεις
Δεν ξέρω, απαντώ, μα τα γνωρίζω
Α. Κ.
7 days in Morocco
Η Κρυμμένη Ομορφιά Των Ανατροπών
Ο κάθε τόπος που ταξιδεύουμε συνδέεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, με κάτι πολύ δικό μας, κάτι που δεν περνά μέσα στα λόγια, αλλά αποτυπώνεται στα σχήματα και τα χρώματα των φωτογραφιών μας.
Το ταξίδι μου στο Νότιο Μαρόκο συνδέθηκε με «την κρυμμένη ομορφιά των ανατροπών» καθώς όλες οι προσδοκίες που έτρεφα γι΄ αυτό το ταξίδι, ματαιώθηκαν, δίχως όμως να με αφήσουν γυμνή και άδεια στη μέση της ερήμου.
Απεναντίας. Οδηγήθηκα, αθόρυβα και σιωπηλά, έτσι όπως μόνον το Μαρόκο ξέρει να ξεναγεί τους επισκέπτες του, σε μια πρωτόγνωρη αίσθηση ελευθερίας που μου επέτρεψε να διακρίνω την αρμονία, τη χαρά και το μεγαλείο της ζωής που έκρυβαν από το βλέμμα μου η επιφανειακή ασχήμια, οι μεγάλες αντιθέσεις και η ένδεια. Μια αίσθηση ελευθερίας που με έκανε να παραφράσω, χωρίς αιδώ, τον στίχο του Σεφέρη :
«Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει, μήπως δεν είμαι η έρημος / θάλασσα;».
Α. Κ.
Δείτε το δελτίο τύπου εδώ

































«Ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα επηρεάζεται από αυτά που γνωρίζουμε ή πιστεύουμε».
John Berger
Πενήντα χρόνια μετά την πρώτη κυκλοφορία του, το βιβλίο Η εικόνα και το βλέμμα[1], που αποτέλεσε σταθμό στον χώρο της αισθητικής θεωρίας και της ιστορίας της τέχνης, βρίσκεται σήμερα ξανά στις προθήκες των βιβλιοπωλείων σε μια επετειακή έκδοση από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση της Ειρήνης Σταματοπούλου.
Είναι μεγάλη χαρά για όλους εμάς τους θιασώτες της εικόνας (της φωτογραφικής εν προκειμένω), να βλέπουμε ένα βιβλίο που συνόδευσε τις δικές μας αναζητήσεις ως σπουδαστών να έρχεται από το βάθος του χρόνου και να συναντά στο σήμερα τους μαθητές μας, εξακολουθώντας να παραμένει όχι μόνον επίκαιρο, αλλά και εξαιρετικά ενδιαφέρον.
Το βιβλίο είναι βασισμένο στην τηλεοπτική σειρά του BBC «Ways of seeing» (1972) και απαρτίζεται από επτά δοκίμια στοχασμού πάνω στην τέχνη της εικόνας. Τα τρία εξ αυτών περιλαμβάνουν μόνον εικόνες, τοποθετημένες με αφηγηματική παράθεση, από πίνακες διαφόρων εποχών και τεχνοτροπιών – σαν δοκίμια χωρίς λέξεις (ας τα ονομάσουμε «εικονικά»). Τα άλλα τέσσερα είναι κείμενα – μελέτες αναφοράς σχετικά με την τέχνη της εικόνας, κυρίως στη ζωγραφική αλλά και στη φωτογραφία και τη διαφήμιση (ας τα ονομάσουμε «κειμενικά»). Στα τέσσερα αυτά δοκίμια εμπεριέχονται αναφορές σε πολλά γνωστά και ιστορικά έργα της ζωγραφικής τέχνης, αυξάνοντας έτσι ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον, αφού δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να γίνει ταυτόχρονα και θεατής πολύ σημαντικών εικόνων.
Στο πρώτο δοκίμιο ερχόμαστε σε επαφή με τη θέση του συγγραφέα για τον τρόπο που όπως πιστεύει μια «προνομιούχα μειοψηφία» συσκοτίζει την τέχνη του παρελθόντος κι «αγωνίζεται να εφεύρει μια ιστορία που θα μπορεί αναδρομικά να δικαιολογήσει τον ρόλο των κυρίαρχων τάξεων» (χρησιμοποιεί ως παράδειγμα γι’ αυτό δύο πολύ γνωστούς πίνακες του Φρανς Χαλς). Στο δοκίμιο αυτό ο συγγραφέας αναφέρεται και στον ρόλο που έπαιξε η φωτογραφία και κατόπιν η τηλεόραση στον τρόπο που βλέπουμε τους πίνακες, καθώς τα νέα στοιχεία που εισήχθησαν ήταν: η αέναη αναπαραγωγή των έργων, η δυνατότητα επιλεκτικής απόσπασης και παρουσίασης λεπτομερειών του έργου, αποκομμένων από το σύνολό του, και η ένταξη του έργου σε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο η σημασία του έργου επηρεάζεται από όσα υπάρχουν γύρω του. Στο δοκίμιο αυτό, πέραν της κοινωνιολογικής θέσης του συγγραφέα απέναντι στον ρόλο της τέχνης, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα πιο ποιητικά αποσπάσματα, όπως το παρακάτω:
…οι πρωτότυποι πίνακες είναι σιωπηλοί και ακίνητοι με έναν τρόπο που η πληροφορία δεν είναι ποτέ. Ακόμη κι ένα αντίγραφο που κρέμεται σε έναν τοίχο δεν συγκρίνεται, διότι στο πρωτότυπο η σιωπή και η ακινησία διαποτίζουν το πραγματικό υλικό, το χρώμα, μέσω του οποίου μπορεί κάποιος να ακολουθήσει τα ίχνη των άμεσων χειρονομιών του ζωγράφου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της χρονικής απόστασης μεταξύ της δημιουργίας του πίνακα και της πράξης θέασής του. Υπ’ αυτήν τη συγκεκριμένη έννοια, όλοι οι πίνακες είναι σύγχρονοι.
«Η τέχνη ανθεί εάν την αγαπούν αρκετά άτομα στην κοινωνία».
Το τρίτο δοκίμιο αφορά τη σημασία του γυναικείου γυμνού στη ζωγραφική και τον τρόπο που αυτό παρουσιάζεται. Στο τέλος του δοκιμίου ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η ουσιαστική χρήση της γυναικείας εικόνας δεν έχει αλλάξει» και ότι και σήμερα «οι γυναίκες απεικονίζονται με αρκετά διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι οι άνδρες όχι γιατί η θηλυκότητα είναι διαφορετική από την αρρενωπότητα, αλλά εξαιτίας του ότι ο “ιδανικός” θεατής υποτίθεται πάντα πως είναι άνδρας και η εικόνα της γυναίκας έχει στόχο να τον κολακέψει».
Το πέμπτο δοκίμιο αναφέρεται στην ελαιογραφία και στην αλλαγή που έφερε στην τέχνη ο ρεαλισμός της (η ελαιογραφία ήταν κάτι σαν η φωτογραφία της εποχής). Η ελαιογραφία εξετάζεται ως έκφραση του τρόπου που η κυρίαρχη τάξη στην Ευρώπη έβλεπε τον κόσμο από το 1500 ως το 1900. «Η ελαιογραφία», αναφέρει ο συγγραφέας, «έκανε στον επιφαινόμενο κόσμο ό,τι έκανε το κεφάλαιο στις κοινωνικές σχέσεις. Ανήγαγε τα πάντα στην ισότητα των αντικειμένων. Όλα έγιναν ανταλλάξιμα, διότι τα πάντα έγιναν αναλώσιμα. Ολόκληρη η πραγματικότητα μετριόταν μηχανικά από την υλικότητά της». Ορίστε και μια ωραία διαπίστωση που κάνει ο συγγραφέας εδώ και που θεωρώ ότι έχει ιδιαίτερη σημασία να αναπαραχθεί: «Η τέχνη ανθεί εάν την αγαπούν αρκετά άτομα στην κοινωνία».
Το έβδομο και τελευταίο δοκίμιο αναφέρεται στον ρόλο της διαφήμισης, στη σύγκρισή της με τον ρόλο που έπαιξε στην εποχή της η ελαιογραφία, καθώς και στο πώς η διαφήμιση χρησιμοποιεί την εικόνα για να μας επηρεάσει ή να μας πουλήσει κάτι. «Η διαφήμιση αποτελεί τον πολιτισμό της καταναλωτικής κοινωνίας και προπαγανδίζει μέσω των εικόνων την πίστη αυτής της κοινωνίας στον εαυτό της», υπογραμμίζει ο συγγραφέας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, λόγω και της οικονομικής ύφεσης των τελευταίων ετών, η παρατήρηση ότι η διαφήμιση «υπαινίσσεται» πως «η δύναμη του να ξοδεύει κανείς χρήματα ισούται με τη δύναμη της ζωής και πως όσοι δεν έχουν τη δύναμη να ξοδεύουν χρήματα γίνονται κυριολεκτικά απρόσωποι, σε αντίθεση με κείνους που τη διαθέτουν και που συγκαταλέγονται στους αξιαγάπητους». Προσωπικά, θεωρώ το συγκεκριμένο δοκίμιο εξαιρετικά σύγχρονο και πολύ επίκαιρο. Αξίζει την ιδιαίτερη προσοχή του αναγνώστη, καθώς η «διαφήμιση» αποτελεί στην ουσία μόνον ένα πρόσχημα για να μιλήσει κανείς για τις «απουσίες» που βιώνουμε στη σύγχρονη κοινωνία. Απουσίες που μας κρατούν μακριά από τη πληρότητα που δίνει το «είναι» έναντι της πολύ πρόσκαιρης ικανοποίησης που μας προσφέρει το «έχειν».
Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται ως εποχή της εικόνας, που η φωτογραφία έχει γίνει μάρτυρας του ότι ζούμε και του ό,τι ζούμε, το βιβλίο Η εικόνα και το βλέμμα γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ, καθώς μας κάνει κοινωνούς στη μεγάλη αλήθεια ότι οι εικόνες δεν είναι ούτε αθώες ούτε ανώδυνες. Οι εικόνες εμπεριέχουν οπτικές αναπαραστάσεις του κόσμου που μπορεί να επηρεάσουν και το δικό μας βλέμμα, ως θεατών. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι ο δημιουργός/καλλιτέχνης βρίσκεται πάντα μέσα στο έργο του και πως η θέαση ενός έργου είναι αποτέλεσμα της συνάντησης της ματιάς του καλλιτέχνη με το βλέμμα του θεατή. Επιπρόσθετα, το βιβλίο μάς δίνει την ευκαιρία να εντρυφήσουμε και στο δικό μας βλέμμα ενθυμούμενοι πως κι εμείς βλέπουμε μόνον εκείνο που κοιτάζουμε κι ότι αυτό προς το οποίο στρέφεται η προσοχή μας σχετίζεται βαθιά με το ποιοι είμαστε και, κυρίως, με το πώς είμαστε αυτό που είμαστε. Ας συμπορευτούμε, λοιπόν, με τον συγγραφέα κι ας αφήσουμε τη δική του ξενάγηση στον κόσμο της εικόνας να γίνει αφετηρία για να εστιάσουμε στο δικό μας βλέμμα και στα φίλτρα με τα οποία βλέπουμε τα πράγματα του κόσμου και τις αναπαραστάσεις τους.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
[1] Συνεχίζεται… από τον αναγνώστη (όπως μας προτείνει και το βιβλίο στην τελευταία του σελίδα).
Πηγή: Diastixo.gr